Στο Ρακαριό της Ποτιδάνειας


Kάθε Νοέμβρη στην Ποτιδάνεια του Δήμου Ευπαλίου αναβιώνει ένα έθιμο με ουσιαστική σημασία, που χάνεται στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Το καζάνι του Χρήστου Βλάχου, για παραπάνω από μια εβδομάδα, δουλεύει μέρα νύχτα, αποστάζοντας τα τσίπουρα των χωριανών, επαναφέροντας τη συνοχή ενός πανέμορφου χωριού

Ως το 1960 υπήρχαν στο χωριό 3 καζάνια για να αποστάζουν το ρακί, όπως το έλεγαν: Του Κίτσου Ηλιόπουλου, που ήταν και δήμαρχος (και μετά της Κίτσαινας), του Μανιάτα και του Κατσιάνου. Τα ρακοκάζανα ήταν χειροποίητα, χωρητικότητας 70 κιλών, και στήνονταν κάθε Νοέμβρη στα αυλάκια που έφερναν το νερό από το Μαγγανόρεμα (τα χρησιμοποιούσαν το καλοκαίρι για να ποτίζουν τους κήπους) για να έχουν το απαιτούμενο νερό για την απόσταξη. Πέρα από την πρακτική πλευρά, η όλη διαδικασία υπήρξε ξεχωριστό κοινωνικό γεγονός, καθώς έφερνε σε επαφή τόσο τους χωριανούς όσο και τους κατοίκους γειτονικών περιοχών που κουβαλούσαν εδώ τα τσίπουρά τους.

Μετά το '60, όμως, το κύμα αστυφιλίας χτύπησε και την ευρύτερη περιοχή της Ποτιδάνειας. Οι κάτοικοι άρχισαν να εγκαταλείπουν τα χωριά και τα αμπέλια τους και τα καζάνια σίγησαν. Στις αρχές, όμως, της νέας χιλιετίας, μια... γραφειοκρατική διαδικασία υπήρξε η αφορμή για να ξαναλειτουργήσει ένα καζάνι στην Ποτιδάνεια. Καθώς η αρμοδιότητα της εποπτείας των επίσημων αποστακτήριων ανά την Ελλάδα πέρασε απ' την Εφορεία στο Τελωνείο, ξεκίνησε μια διαδικασία καταγραφής και έρευνας για τα καζάνια που ήταν καταγεγραμμένα. Ψάχνοντας το υπουργείο Οικονομικών για το τι είχε απογίνει το καζάνι της Κίτσαινας (που είχε άδεια από το 1937), έπεσαν πάνω στον Χρήστο, εγγονό της, ο οποίος μπήκε με ζήλο σε έναν κυκεώνα γραφειοκρατίας, ώστε να διατηρήσει την άδεια και να επαναλειτουργήσει το καζάνι.

“Είχα ήδη αρχίσει να ασχολούμαι με το αμπέλι και την οινοποίηση” μας είπε, “και επειδή έβλεπα τους χωριανούς να πηγαίνουν τα τσίπουρα στη Ναύπακτο, σκέφτηκα ότι θα ήταν ωραίο να αναβιώσει ένα έθιμο για το οποίο τόσες ιστορίες έχουμε ακούσει”. Το παλιό καζάνι δεν μπορούσε πλέον να χρησιμοποιηθεί, κατασκευάστηκε νέο, μεγαλύτερο, 130 κιλών, και από την πρώτη χρονιά επαναλειτουργίας, το 2004, οι χωριανοί το “αγκάλιασαν”. Μεγαλύτερη αποζημίωση δεν θα μπορούσε να είχε ζητήσει ο ιδιοκτήτης του. Πολύς κόσμος περνά από το καζάνι τις ημέρες που λειτουργεί, όπου τον περιμένει ποτήρι με... το όνομά του (για να μην υπάρχουν μπερδέματα...) για να πιει ένα τσίπουρο με ψητές πατάτες, κάστανα, καρύδια, κυδώνια και μήλα, ενώ οι πίτες και τα καλούδια από τις νοικοκυρές συνεχώς καταφθάνουν. Κάθε βράδυ η παρέα μεγαλώνει και με φαγητό, κρασί, αστεία, παλιές ιστορίες, τραγούδια και πειράγματα οι παρευρισκόμενοι ζουν αυθεντικές στιγμές χωριού.

Έντονο είναι και το ενδιαφέρον απ' τους νεότερους, που κάθε χρόνο, με αφορμή το ρακαριό, προγραμματίζουν μια εκδρομή στον τόπο των γονιών τους. Αν βρεθείτε στην περιοχή στα μέσα Νοέμβρη, αξίζει να περάσετε από εκεί μια βόλτα.